«Η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερες ώρες εργασίας. Χρειάζεται περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις» – Άρθρο του Χρυσόστομου Καρέλλη, Προέδρου Επιμελητηρίου Φθιώτιδας

Δουλεύουμε περισσότερο, παράγουμε λιγότερο

Τα στοιχεία της πρόσφατης μελέτης του ΙΟΒΕ για λογαριασμό του ΣΕΒ αποτυπώνουν ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, το οποίο εξακολουθούμε να μην αντιμετωπίζουμε με την αποφασιστικότητα που απαιτείται.

Η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα αντιστοιχεί μόλις στο 54% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ ανά ώρα εργασίας περιορίζεται στο 43%.

Και αυτό συμβαίνει σε μια χώρα όπου οι εργαζόμενοι απασχολούνται περισσότερες ώρες από τον μέσο Ευρωπαίο.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, σύμφωνα με τη μελέτη, η πραγματική παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας το 2024 παρέμενε περίπου στα επίπεδα του 2000. Επί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα, δηλαδή, δεν καταφέραμε να πετύχουμε ουσιαστική πρόοδο σε έναν από τους σημαντικότερους δείκτες οικονομικής ευημερίας.

Την ίδια περίοδο, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 22%, κυρίως επειδή αυξήθηκε η απασχόληση και όχι επειδή βελτιώθηκε η παραγωγικότητα.

Αυτή η πραγματικότητα πρέπει να μας προβληματίσει, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρές δημογραφικές προκλήσεις και ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού.

Δεν μπορούμε να στηρίζουμε επ’ αόριστον την ανάπτυξή μας στην αύξηση των ωρών εργασίας ή του αριθμού των εργαζομένων. Πρέπει να αυξήσουμε την αξία που παράγεται από κάθε ώρα εργασίας.

Το επενδυτικό έλλειμμα πίσω από τη χαμηλή παραγωγικότητα

Ένας βασικός λόγος της υστέρησης βρίσκεται στο παραγωγικό κεφάλαιο που διαθέτουν οι επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι από 1,3 έως και 5,7 φορές υψηλότερο από το αντίστοιχο ελληνικό, ανάλογα με τον κλάδο.

Αυτό σημαίνει περισσότερα σύγχρονα μηχανήματα, καλύτερες εγκαταστάσεις, τεχνολογικό εξοπλισμό, αυτοματισμούς, λογισμικό και οργανωμένες παραγωγικές διαδικασίες.

Η εικόνα επιβεβαιώνεται και από τα συνολικά στοιχεία των επενδύσεων.

Το 2025 οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 16,8% του ΑΕΠ, έναντι 21,4% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα μας κατατάσσεται στην προτελευταία θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.

Με απλά λόγια, εξακολουθούμε να επενδύουμε σημαντικά λιγότερο από την Ευρώπη, ενώ έχουμε πολύ μεγαλύτερη ανάγκη να αναπληρώσουμε το παραγωγικό κεφάλαιο που χάθηκε στα χρόνια της οικονομικής κρίσης.

Οι μικρές επιχειρήσεις απέχουν περισσότερο από την Ευρώπη

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Μια πολύ μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα δημιουργεί κατά μέσο όρο μόλις 14.000 ευρώ ετήσιας προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση το αντίστοιχο ποσό είναι 42.000 ευρώ.

Στις μικρές επιχειρήσεις η σύγκριση είναι 19.000 έναντι 51.000 ευρώ, στις μεσαίες 39.000 έναντι 68.000 ευρώ, ενώ στις μεγάλες η απόσταση περιορίζεται στις 72.000 έναντι 87.000 ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: όσο μικρότερη είναι η ελληνική επιχείρηση, τόσο μεγαλύτερη είναι κατά κανόνα η απόστασή της από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή σε παραγωγικότητα.

Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι οι κλάδοι με μεγάλη συμμετοχή στην ελληνική απασχόληση εμφανίζουν σχετικά χαμηλή προστιθέμενη αξία. Στο εμπόριο, όπου απασχολείται το 17,1% των εργαζομένων, η ετήσια παραγωγικότητα ανέρχεται περίπου στις 25.200 ευρώ ανά εργαζόμενο, ενώ στα καταλύματα και στην εστίαση, που απασχολούν το 14,2%, περιορίζεται στις 20.400 ευρώ.

Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του προβλήματος για την ελληνική επιχειρηματικότητα και ιδιαίτερα για τις περιφερειακές οικονομίες.

Οι μικρές επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική ευρωπαϊκή αγορά, αντιμετωπίζοντας υψηλό λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση, αυξημένες διοικητικές υποχρεώσεις και δυσκολίες στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών.

Το κλειδί για την παραγωγικότητα: επενδύσεις, τεχνολογία και δεξιότητες

Δεν αρκεί, λοιπόν, να ζητάμε από τις επιχειρήσεις να γίνουν πιο ανταγωνιστικές. Οφείλουμε να δημιουργήσουμε και τις προϋποθέσεις για να το πετύχουν.

Η απάντηση σε αυτή την υστέρηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικά μέτρα στήριξης. Χρειαζόμαστε μια συνεκτική εθνική στρατηγική παραγωγικών επενδύσεων, που θα δίνει ουσιαστική δυνατότητα και στις μικρότερες επιχειρήσεις να εκσυγχρονίσουν τον εξοπλισμό τους, να αξιοποιήσουν τις νέες τεχνολογίες, να μειώσουν το λειτουργικό τους κόστος και να βελτιώσουν την οργάνωση και την αποδοτικότητά τους.

Η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, τα κατάλληλα φορολογικά κίνητρα και η απλούστευση των επενδυτικών διαδικασιών πρέπει να αποτελέσουν βασικές προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Παράλληλα, είναι αναγκαία η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, η ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και η υποστήριξη συνεργασιών που θα επιτρέψουν στις μικρές επιχειρήσεις να αποκτήσουν μεγαλύτερη παραγωγική δυναμική.

Χωρίς παραγωγική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική εισοδηματική σύγκλιση

Η αύξηση της παραγωγικότητας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατηρήσιμη βελτίωση των πραγματικών μισθών, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και τη δημιουργία περισσότερου πλούτου.

Δεν μπορούμε να επιδιώκουμε σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά εισοδήματα, χωρίς αντίστοιχη σύγκλιση στις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας μας.

Και ασφαλώς δεν μπορούμε να περιμένουμε από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να σηκώσουν μόνες τους το βάρος αυτής της προσπάθειας.

Η χώρα χρειάζεται μια ξεκάθαρη αλλαγή οικονομικών προτεραιοτήτων. Από την ανάπτυξη που στηρίζεται κυρίως στην αύξηση της απασχόλησης, σε μια ανάπτυξη που δημιουργεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, μέσα από επενδύσεις, τεχνολογία, γνώση και εξωστρέφεια.

Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι πόσο περισσότερο μπορούμε να εργαστούμε.

Είναι πόσο καλύτερα μπορούμε να παράγουμε, πόσο περισσότερο μπορούμε να αμειβόμαστε και ποια οικονομία θέλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.

Πηγές τεκμηρίωσης: Μελέτη ΙΟΒΕ–ΣΕΒ, 14 Μαΐου 2026⁠ και Eurostat, επενδύσεις παγίου κεφαλαίου 2025⁠.