| Η Οδηγία (ΕΕ) 2024/2831 αλλάζει τους κανόνες για την εργασία στις ψηφιακές πλατφόρμες, μεταφέροντας στην πλατφόρμα το βάρος να αποδείξει ότι ο συνεργάτης της είναι πράγματι ανεξάρτητος. Η Ελλάδα, που είχε ήδη θεσπίσει δικό της πλαίσιο με τον ν. 4808/2021, καλείται τώρα να επαναξιολογήσει τα κριτήρια ελέγχου και διεύθυνσης. Το πιο δύσκολο στοίχημα, ωστόσο, δεν είναι ο χαρακτηρισμός των εργαζομένων, αλλά ο εντοπισμός όσων δεν εμφανίζονται πουθενά στα μητρώα. |
Στους δρόμους και όχι μόνο της Ευρώπης, καθημερινά, κινούνται περισσότεροι από 30 εκατομμύρια διανομείς, οδηγοί, μεταφραστές, δημιουργοί περιεχομένων, σχεδιαστές, ψηφιακοί προγραμματιστές και άλλοι, με βασικό τους συνεργάτη ή ακόμη κι εργοδότη, μια μεγάλη ψηφιακή πλατφόρμα.
Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες μεταβολές στη σύγχρονη οργάνωση της εργασίας, καθώς κάτω από τα καπέλα και τη στολή των εταιρειών και πίσω από αυτή την εξαιρετικά επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα εξελίσσεται μια από τις πιο σύνθετες συζητήσεις για το μέλλον της εργασίας στην Ευρώπη.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι αν οι πλατφόρμες αποτελούν μια αναγκαία καινοτομία – αυτό έχει ήδη απαντηθεί από την ίδια την αγορά. Αρκεί να επισημανθεί ότι σύμφωνα με την ΕΕ, το 2021, υπήρχαν περισσότερες από 500 ψηφιακές πλατφόρμες εργασίας και ο τομέας απασχολούσε 28 εκατομμύρια άτομα. Και η εκτίμηση είναι ότι, οι εργαζόμενοι θα ξεπεράσουν στο άμεσο μέλλον τα 40 εκατ. άτομα.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι άνθρωποι που εργάζονται μέσω αυτών είναι πράγματι ανεξάρτητοι επαγγελματίες ή αν, παρά τον συμβατικό χαρακτηρισμό τους, βρίσκονται σε σχέση εξαρτημένης εργασίας με την πλατφόρμα που οργανώνει την απασχόλησή τους.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/2831 (Ευρωπαϊκοί Κανόνες Για Την Εργασία Σε Ψηφιακές Πλατφόρμες), η οποία καλείται να ανατρέψει μια πρακτική που κυριάρχησε την τελευταία δεκαετία στην οικονομία των πλατφορμών.
Για πρώτη φορά, το ευρωπαϊκό δίκαιο αντιμετωπίζει οργανωμένα το φαινόμενο της λεγόμενης «ψευδούς αυτοαπασχόλησης» (τυπικά ελεύθερος επαγγελματίας, στην πράξη εξαρτημένος εργαζόμενος), δηλαδή των περιπτώσεων όπου ένας εργαζόμενος εμφανίζεται τυπικά ως ελεύθερος επαγγελματίας, ενώ στην πράξη εργάζεται υπό συνθήκες που προσομοιάζουν με εξαρτημένη εργασία.
Τι αλλάζει τώρα
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση μέσα σε αυτή τη συζήτηση. Σε αντίθεση με αρκετά κράτη-μέλη, δεν περίμενε την ευρωπαϊκή παρέμβαση. Με τον Νόμο 4808/2021, γνωστό και ως νόμο Χατζηδάκη, θέσπισε ήδη ειδικό κανονιστικό πλαίσιο για τις ψηφιακές πλατφόρμες, επιχειρώντας να δώσει απαντήσεις σε μια αγορά που μέχρι τότε κινούνταν σε μεγάλο βαθμό σε μια γκρίζα ζώνη.
Η φιλοσοφία του ελληνικού μοντέλου ήταν σαφής: να διατηρηθεί η ευελιξία που χαρακτηρίζει την οικονομία των πλατφορμών, χωρίς να αποκλείεται η δικαστική προστασία των εργαζομένων όταν αποδεικνύεται πραγματική εξάρτηση. Για τον λόγο αυτό θεσπίστηκε τεκμήριο ανεξάρτητης παροχής υπηρεσιών, εφόσον ο συνεργάτης διαθέτει ουσιαστική ελευθερία ως προς την επιλογή του χρόνου εργασίας, την αποδοχή ή απόρριψη παραγγελιών και τη δυνατότητα συνεργασίας με περισσότερες από μία πλατφόρμες.
| Βασικές αλλαγές |
| ► Αντιστρέφεται το βάρος της απόδειξης: πλέον η πλατφόρμα οφείλει να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για εξαρτημένη εργασία, και όχι ο εργαζόμενος το αντίθετο. |
| ► Ενεργοποιείται τεκμήριο σχέσης εργασίας (μαχητή υπόθεση υπέρ της μισθωτής σχέσης) όταν τα πραγματικά περιστατικά δείχνουν διεύθυνση και έλεγχο από την πλατφόρμα. |
| ► Απαγορεύεται η λήψη κρίσιμων αποφάσεων για την επαγγελματική κατάσταση ενός εργαζομένου αποκλειστικά από αυτοματοποιημένα συστήματα. |
| ► Θεσπίζεται υποχρέωση ανθρώπινης εποπτείας, εξήγησης των αλγοριθμικών αποφάσεων και δικαίωμα του εργαζομένου να ζητήσει επανεξέταση. |
| ► Επαναξιολογείται το ελληνικό πλαίσιο του ν. 4808/2021 από ειδική επιτροπή, με νέα κριτήρια για την έννοια του ελέγχου και της διεύθυνσης. |
| ► Επιδιώκεται ενιαίο πλαίσιο ανταγωνισμού για έναν τομέα με πάνω από 500 πλατφόρμες και 28 εκατ. εργαζόμενους το 2021. |
Από τη σύμβαση στην πραγματική λειτουργία της σχέσης
Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, το ευρωπαϊκό δίκαιο ακολουθεί διαφορετική διαδρομή. Η νέα Οδηγία δεν θεωρεί πλέον επαρκή τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας σύμβασης. Αντίθετα, ζητά να εξετάζεται η πραγματική λειτουργία της σχέσης εργασίας.
Εάν τα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύουν ότι η πλατφόρμα ασκεί διεύθυνση και έλεγχο επί του προσώπου που παρέχει την εργασία, τότε ενεργοποιείται το τεκμήριο σχέσης εργασίας και η ίδια η πλατφόρμα οφείλει να αποδείξει ότι δεν πρόκειται για εξαρτημένη εργασία.
Η μετατόπιση αυτή, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, δεν είναι μια απλή τεχνική αλλαγή. Αποτελεί ουσιαστική ανακατανομή της ισορροπίας μεταξύ εργαζομένου και επιχείρησης. Μέχρι σήμερα, ο εργαζόμενος ήταν εκείνος που έπρεπε να αποδείξει ότι, παρά τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, στην πραγματικότητα λειτουργούσε ως μισθωτός. Με τη νέα ευρωπαϊκή προσέγγιση, το βάρος μεταφέρεται στην… πλατφόρμα, η οποία θα πρέπει να αποδείξει ότι ο συνεργάτης της απολαμβάνει πραγματική αυτονομία.
Οταν ο προϊστάμενος είναι αλγόριθμος
Η αλλαγή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς προϊστάμενος δεν είναι απαραίτητα ένας άνθρωπος αλλά ένας αλγόριθμος, ο οποίος στην πράξη λειτουργεί ως εργοδότης.
Οι αποφάσεις για την ανάθεση των παραγγελιών, τη σειρά προτεραιότητας, την αμοιβή, τη βαθμολογία των εργαζομένων και, σε αρκετές περιπτώσεις, ακόμη και για τη συνέχιση της συνεργασίας λαμβάνονται μέσα από αυτοματοποιημένα πληροφοριακά συστήματα.
Πρόκειται για τη λεγόμενη αλγοριθμική διαχείριση (κατανομή και αξιολόγηση εργασίας από λογισμικό, χωρίς ανθρώπινη κρίση). Δεν είναι τυχαίο που πολλές φορές, στους δρόμους, οι ταχυμεταφορείς κινούνται με μεγάλη ταχύτητα, συχνά παραβιάζοντας τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας, προκειμένου να παραδώσουν ένα πακέτο. Η εφαρμογή παρακολουθεί την ταχύτητα ολοκλήρωσης των παραδόσεων, την αποδοχή ή απόρριψη εργασιών, τη γεωγραφική θέση του διανομέα, τη συνέπειά του και τη συνολική αξιολόγησή του, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο προφίλ απόδοσης.
Η Οδηγία προβλέπει ότι σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν ουσιωδώς την επαγγελματική κατάσταση ενός εργαζομένου δεν μπορούν να λαμβάνονται αποκλειστικά από αυτοματοποιημένα συστήματα. Δεν μπορεί δηλαδή μια πλατφόρμα, μέσω ενός αλγόριθμου να είναι ο εργοδότης. Οι πλατφόρμες υποχρεώνονται να διασφαλίζουν ανθρώπινη εποπτεία, να παρέχουν εξηγήσεις για τις αυτοματοποιημένες αποφάσεις και να επιτρέπουν στον εργαζόμενο να ζητήσει την επανεξέτασή τους.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην ελληνική αγορά, όπου οι εκπρόσωποι των διανομέων υποστηρίζουν ότι ο αλγόριθμος λειτουργεί ήδη ως μηχανισμός πειθαρχίας και αξιολόγησης. Η δυνατότητα απενεργοποίησης ενός λογαριασμού, η απώλεια πρόσβασης σε βάρδιες υψηλής ζήτησης ή η συνεχής υποβάθμιση της κατάταξης ενός εργαζομένου μπορεί να έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες, χωρίς να προηγείται διαδικασία ακρόασης ή ουσιαστικής αμφισβήτησης της απόφασης.
Το ζήτημα του θεμιτού ανταγωνισμού και η ενσωμάτωση στην Ελλάδα
Πέρα όμως από τα ζητήματα προστασίας των εργαζομένων, η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία επιχειρεί να αποκαταστήσει και συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Οι επιχειρήσεις που επωμίζονται το πλήρες κόστος της μισθωτής εργασίας θεωρούν ότι βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι εκείνων που βασίζουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο σε εκτεταμένη χρήση συνεργατών οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως αυτοαπασχολούμενοι, παρότι η καθημερινή λειτουργία τους προσομοιάζει σε εξαρτημένη εργασία.
Η ενιαία ευρωπαϊκή προσέγγιση επιδιώκει να περιορίσει αυτές τις αποκλίσεις, δημιουργώντας κοινούς κανόνες για όλες τις χώρες της Ένωσης.
Η ενσωμάτωση της Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη (μεταφορά των ευρωπαϊκών κανόνων στο εθνικό δίκαιο) δεν αναμένεται να είναι μια απλή νομοτεχνική άσκηση. Για τον λόγο αυτό, έχει δημιουργηθεί ήδη μια επιτροπή έμπειρων στελεχών, που επεξεργάζεται τον τρόπο που θα γίνει αυτό, επαναξιολογώντας το ισχύον πλαίσιο και καθορίζοντας συγκεκριμένα κριτήρια, για την έννοια του ελέγχου και της διεύθυνσης, αλλά και ενισχύοντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που θα κληθούν να εφαρμόσουν τους νέους κανόνες.
Η αθέατη αγορά των «στολαρχών»
Πίσω από την εικόνα της σύγχρονης οικονομίας των πλατφορμών αναπτύσσεται μια λιγότερο ορατή πραγματικότητα. Διανομείς εργάζονται χωρίς να εμφανίζονται ποτέ στα μητρώα των ίδιων των πλατφορμών, χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και χωρίς οποιαδήποτε εργασιακή προστασία. Το φαινόμενο της «υποκατάστασης» συνεργατών δημιουργεί ένα παράλληλο σύστημα απασχόλησης, όπου ορατός είναι μόνο ο «στολάρχης», ενώ οι πραγματικοί εργαζόμενοι είναι αόρατοι από το σύστημα, θέτοντας σε δοκιμασία το κράτος δικαίου, τον υγιή ανταγωνισμό και τη δημόσια ασφάλεια.
Πίσω από αυτή τη θεσμική αντιπαράθεση για το αν οι διανομείς είναι μισθωτοί ή ανεξάρτητοι συνεργάτες, αναπτύσσεται ένα πολύ πιο σύνθετο φαινόμενο, το οποίο δεν αποτυπώνεται ούτε στις συμβάσεις, ούτε στις επίσημες στατιστικές. Κι αυτό, γιατί ένα μέρος της αγοράς λειτουργεί με έναν άτυπο μηχανισμό υπεκμίσθωσης της ίδιας της εργασίας.
Εργαζόμενοι και σωματεία του κλάδου περιγράφουν την ύπαρξη ενός συστήματος όπου ο λογαριασμός συνεργασίας με την πλατφόρμα ανήκει σε ένα πρόσωπο, ενώ η εργασία εκτελείται από διαφορετικά άτομα. Ο δηλωμένος συνεργάτης, ο «στολάρχης» όπως αποκαλείται στον χώρο των διανομέων, είναι εκείνος που εμφανίζεται στην πλατφόρμα, ασφαλίζεται και διατηρεί τη συμβατική σχέση, ενώ πίσω από τον ίδιο λογαριασμό μπορεί να εργάζονται δύο, τρεις ή και περισσότεροι διανομείς, οι οποίοι παραμένουν αόρατοι για το σύστημα.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με εκπροσώπους εργαζομένων έχει επεκταθεί ιδιαίτερα σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η αυξημένη ζήτηση για διανομές συναντά την ανάγκη πολλών ανθρώπων – κυρίως οικονομικά ευάλωτων ή αλλοδαπών – να αποκτήσουν άμεσα εισόδημα, ακόμη και χωρίς επίσημη πρόσβαση στην αγορά εργασίας.
Έτσι, δημιουργείται μια παράλληλη αγορά εργασίας, όπου το πραγματικό πρόσωπο που εργάζεται δεν είναι εκείνο που εμφανίζεται στα πληροφοριακά συστήματα της πλατφόρμας. Και βέβαια, η έννοια της εργασιακής σχέσης καθίσταται εξαιρετικά δυσδιάκριτη.
Ο εργαζόμενος δεν είναι καταχωρισμένος, δεν εμφανίζεται σε ασφαλιστικούς ελέγχους, δεν αποκτά ασφαλιστικά δικαιώματα και, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος ή σοβαρού τραυματισμού, βρίσκεται ουσιαστικά εκτός κάθε πλαισίου προστασίας.
Το φαινόμενο επηρεάζει άμεσα και τη λειτουργία της αγοράς. Επιχειρήσεις που τηρούν πλήρως τις ασφαλιστικές και φορολογικές τους υποχρεώσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με αθέμιτο ανταγωνισμό, ενώ το Δημόσιο στερείται ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικά έσοδα από μια δραστηριότητα που αναπτύσσεται διαρκώς τα τελευταία χρόνια.
Ζήτημα και για τη δημόσια ασφάλεια
Παράλληλα, δημιουργούνται ζητήματα που υπερβαίνουν ακόμη και το εργατικό δίκαιο. Η ταυτοποίηση του πραγματικού διανομέα αποτελεί πλέον θέμα δημόσιας ασφάλειας. Ο πολίτης που παραλαμβάνει μια παραγγελία γνωρίζει μόνο το όνομα που εμφανίζεται στην εφαρμογή. Δεν μπορεί όμως να γνωρίζει αν το πρόσωπο που βρίσκεται στην πόρτα του είναι πράγματι εκείνο που έχει δηλωθεί στην πλατφόρμα.
Σε περίπτωση ατυχήματος, παραβατικής συμπεριφοράς ή ποινικής διερεύνησης, η διαπίστωση της πραγματικής ταυτότητας του εκτελούντος τη διανομή μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη.
Η συζήτηση αυτή συμπίπτει χρονικά με την προετοιμασία της ελληνικής νομοθεσίας για την ενσωμάτωση της νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας. Το υπουργείο Εργασίας καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες ανάγκες. Από τη μία πλευρά, η χώρα πρέπει να ενσωματώσει πλήρως τις απαιτήσεις του ευρωπαϊκού δικαίου, θεσπίζοντας αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας των εργαζομένων και διαφάνειας στη λειτουργία των πλατφορμών.
Από την άλλη, θα πρέπει να διαφυλάξει την αναπτυξιακή δυναμική ενός κλάδου που έχει δημιουργήσει νέες μορφές απασχόλησης και έχει μεταβάλει ριζικά την αγορά υπηρεσιών διανομής. Το πραγματικό διακύβευμα, ωστόσο, φαίνεται να βρίσκεται αλλού.
Η επιτυχία της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής δεν θα κριθεί μόνο από το αν οι εργαζόμενοι θα χαρακτηριστούν μισθωτοί ή αυτοαπασχολούμενοι. Θα κριθεί από το αν το κράτος θα καταφέρει να εντοπίσει εκείνους που σήμερα παραμένουν εντελώς αόρατοι: τους χιλιάδες ανθρώπους που εργάζονται καθημερινά στους δρόμους χωρίς να υπάρχουν πουθενά στα επίσημα μητρώα.
euro2day.gr
